ΣΥΓΚΙΝΕΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΗ: «Τον μπαμπά μου τον έχασα στα 16 μου, όταν βάλω γκολ κοιτάω στον ουρανό, είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν…»
Ο Ιωάννης Κωστή, διεθνής μέσος του Λειβαδειακού, μιλά σε συνέντευξη για τη ζωή του, την καριέρα και το πλήθος των στιγμών που τον διαμόρφωσαν ως ποδοσφαιριστή. Γεννήθηκε σε χωριό της Ελεύθερης Αμμοχώστου, στο Λιοπέτρι, έχει δύο αδερφές και έναν αδελφό. Από μικρός αγαπούσε τη μπάλα, όπως και ο πατέρας του, που τον πήγαινε παντού στις προπονήσεις. Η μητέρα του, νοικοκυρά, τον στήριζε με κάθε τρόπο, ενώ ο ίδιος ήθελε πάντα να δίνει προτεραιότητα στην οικογένεια και στον αγώνα που δούλευε για εκείνους. Ο ίδιος θυμάται πόσο το σπίτι και οι στιγμές που περνούσαν μαζί του στήριζαν τη δουλειά του και το όνειρο να γίνει επαγγελματίας παίκτης. Τον μπαμπά μου τον έχασα στα 16 μου και ήμασταν μαζί όταν συνέβη το τραγικό δυστύχημα στο βουνό. Δεν θα πήγαινα μαζί του να μαζέψουμε μανιτάρια εκείνο το πρωί, γιατί είχα σχολείο, αλλά ο θείος μου και η οικογένεια προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν να συνεχίσει. Ακόμη και τότε, ο πατέρας μου ήθελε να με δει να παίζω ποδόσφαιρο. Θυμάμαι ότι εκείνο το βράδυ μού έλεγε ότι δεν μπορούσε άλλο, και λίγο αργότερα βρέθηκαν οι άνθρωποι που τον αναζητούσαν. Η μοίρα μας έφερε να είμαστε μαζί σε αυτή τη δοκιμασία. Αυτές οι στιγμές με έκαναν να αισθανθώ πιο αποφασισμένος να παίξω μπάλα και να αποδείξω σε όσους πίστευαν ότι δεν θα τα καταφέρω ότι μπορώ να φτάσω ψηλά. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που σκοράρω, γυρίζω το βλέμμα προς τον ουρανό, αφιερώνοντάς το εκεί που βρίσκεται ο πατέρας μου. Δεν μοιράζομαι με τη μητέρα μου τα αρνητικά για το ποδόσφαιρο· τη κοινοποιώ μόνο τα καλά και κρατάω τα άσχημα για μένα. Μετά την ακαδημία της Ανόρθωσης, ξεκίνησε η πορεία μέσω της Κυπριακής Ολυμπιάδας και της Ορμήδειας, πριν τον φέρει η Νέα Σαλαμίνα. Εκεί έμεινα από 11 έως 17 ετών μέχρι να προωθηθώ στην πρώτη ομάδα. Η Νέα Σαλαμίνα, με την ιστορική της προσφυγική κληρονομιά, με ανάγκασε να μεγαλώσω ως παίκτης και ως άνθρωπος, δίνοντάς μου τη συνειδητοποίηση ότι το ποδόσφαιρο απαιτεί σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Ο Γιώργος Τσούκκας, ο προπονητής που με είδε, μου έδειξε ότι μπορώ να πετύχω, λέγοντάς μου πάντα ότι η πρώτη επαφή είναι καθοριστική και ότι πρέπει να παίζω κάθετα με την μπάλα. Τον Αύγουστο του 2018 όλα πήραν μια νέα διάσταση: συζητούσαμε με φίλους για το αν θα μπορέσουμε να φύγουμε από την Κύπρο, και εμείς πιστέψαμε ότι μπορούμε να φτάσουμε ψηλά. Το επόμενο καλοκαίρι έκλεισα με τον Ολυμπιακό. Παρά τις αρχικές αμφιβολίες, όταν ήρθα στο σπίτι και τηλεφώνησα στη μαμά μου που έβαλε τα κλάματα από χαρά, κατάλαβα πόσο σημαντικό βήμα ήταν αυτό. Στην αρχή συνειδητοποίησα ότι ήμουν σε μια πολύ μεγάλη ομάδα, αλλά γρήγορα βρήκα καλά παιδιά και συντρόφους που με έκαναν να νιώσω ότι ανήκω εκεί. Ο Ολυμπιακός είχε μια εξαιρετική ομάδα και προπονητή τον Μαρτίνς, αλλά και παίκτες όπως ο Φορτούνης, ο Γκιλιέρμε, ο Ποντένσε, ο Ελ Αραμπί, ο Βαλμπουενά, ο Τσιμίκας, ο Σα και ο Καμαρά. Αυτοί οι παίκτες έγιναν η έμπνευση και η άμεση εικόνα ότι το επίπεδο απαιτεί συνεχή δουλειά, αφοσίωση και συνεργασία. Αυτή η εμπειρία με έφερε ένα βήμα πιο κοντά στο να κατανοήσω τι σημαίνει επαγγελματικό ποδόσφαιρο και πώς μπορώ να συνεχίσω να δουλεύω σκληρά για τους στόχους μου, με την ελπίδα ότι θα έρθουν οι επόμενες προκλήσεις.
